Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

Για τη Μητέρα μου...

Το πηγάδι κομματιάζει τις λέξεις μπρος στην ικεσία των νεκρών,
στρώνει με δάκρυα ο ουρανός τη γη, για να βρει να κουρνιάσει απ' τη θλίψη η φυγή.
Γοργά βαδίζουν οι σχόλες και οι γιορτές, σέρνουν τα βήματά τους ξέπνοες οι τύψεις και οι ενοχές.
Σαν να μην πρέπει ν' αποδράσουν απ' το χθες, λες και το σήμερα έχει προδώσει τις χαρές.

Φτερουγά το χελιδόνι προς το καλοκαίρι που του 'ταξε η άνοιξη, μακριά απ' το χειμώνα που 'δεσαν με σπάγκο αλύγιστο στα πόδια του.
Το αγόρι παρατά το παιχνίδι για να γνωρίσει την ευθύνη, τα γαρύφαλλα αποχαιρετούν το χώμα για να δοξάσουν τον έρωτα και να ξορκίσουν τον θάνατο οι θνητοί, το κύμα ευχαριστεί τη θάλασσα που το συνόδευσε με ασφάλεια μέχρι τη στεριά.

Μα εσύ δεν είσαι εδώ για να τα δεις ξανά όλα αυτά, σπορά μονάχα άφησες πίσω σου που τη μαστίγωσε με φθόνο ο βοριάς. Κι αν πίστεψε η μοίρα προς στιγμή πως τσάκισε σαν χλόη τη ζωή, μάταια καμώνεται τον νικητή, χάνει στο τέλος αυτός που δεν υπολογίζει στην ψυχή, εκείνων που μένουν για να δροσίζουν με αίμα την πληγή κι εκείνων που φεύγουν για να ξεπλύνουν με θυσία τη ντροπή.

Το νοτισμένο παράθυρο προσμένει τη μεταμόρφωση για να κολλήσει το γυαλί, τον ήλιο ν' απλώσει την κορμοστασιά του για να ζεστάνει τις σκιές, το χάδι ν' αποπλανήσει τον Αδη και το φιλί να σαγηνεύσει την οδύνη.
Κυοφορεί γαλήνη το πέρασμα του χρόνου, οι μήνες και τα έτη ξελογιάζουν την απουσία, η αναπόφευκτη αυγή γλυκαίνει την απαράγραπτη οιμωγή.

Αδύνατο, όμως, για την πίκρα να μην ξεστρατίσει απ' τη λεωφόρο τής λήθης. Μια σκόρπια φράση, ένα παρατημένο χαμόγελο, η μοναξιά τού ρεαλισμού κι ο νόστος ξεκλειδώνει τα αισθήματα και οι ορφανές σταγόνες ξαναβρίσκουν τον ανεξάντλητο ωκεανό. Γιατί αυτός ήταν πάντα εκεί, ακόμα κι όταν η ομίχλη έλεγε ψέματα στη λογική.  

Σ' αγγίζω τρυφερά με τ' ακροδάχτυλα κι εσύ σπιθίζεις όπως θα όφειλε να φεγγοβολά ένας θεός. Τα χείλη ενώνω με το άπιαστο και ύλη γίνεσαι για να μην αιωρηθούν.
Μα λείπει από 'σένα κάθε κίνηση σε τούτη τη φωτογραφία τής στιγμής. Το σύμπαν εξαπατά μ' ένα όνειρο, παράταση ελπίδας μακρινής.
Κι ας φτάνει στ' αυτιά μου σαν παρήχηση η μέσα μου αιώνια λαλιά: μάθε να γελάς κι όταν είσαι μόνος, το μεγαλύτερο κατόρθωμα απ' όλα, να 'ρθει στα μέτρα σου ο πόνος.


Η μέρα που θα σβήσω τη μορφή σου, η μέρα θα 'ναι που θα λυτρωθώ.
Η μέρα που θα ξεχάσω τη φωνή σου, η μέρα θα 'ναι που δεν θα σ' αγαπώ.
Μην μου ζητάς όμως όλα αυτά να στα υποσχεθώ, υπόσχεση δεν δίνω από εκείνες που δεν θέλω να κρατώ...













Δεν υπάρχουν σχόλια: