Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Και τα μαύρα έγιναν ένα με την καρδιά μας...

Τώρα που η γυναίκα που γέννησε τη γυναίκα που με γέννησε ξανασυναντιούνται η αύρα τού θανάτου- αυτή η άυλη επίγνωση της θνητότητας- μου μοιάζει πολύ πιο οικεία. Όσο μεγαλώνεις, άλλωστε, κι όσο περισσότερες απώλειες συναθροίζονται στην πορεία σου τόσο περισσότερο συμφιλιώνεσαι με κάτι που γνωρίζουμε σχεδόν από τότε που καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας: πως αυτό το όμορφο πανηγύρι που λέγεται ζωή κάποια στιγμή τελειώνει, γι' αυτό και είναι χρέος μας απέναντι σε εκείνους που μας έφεραν σε αυτόν τον κόσμο, αλλά και σε αυτούς που ενδεχομένως θα φέρουμε οι ίδιοι να το χαρούμε μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο, να το εξαντλήσουμε, να το αποστραγγίσουμε ώστε στο τέλος να μην αισθανόμαστε τύψεις για τους χυμούς του που δεν γευτήκαμε. Αυτό που πρέπει να μένει από εμάς όταν εγκαταλείπουμε το μάταιο τούτο κόσμο έχουμε υποχρέωση να μοιάζει με ερειπωμένο κάστρο, όπως έγραφε κι ο Νίκος Καζαντζάκης. Ένα ερειπωμένο κάστρο, προσθέτω, που θα τα έχει ζήσει όλα- χαρές, λύπες, ενθουσιασμούς, απογοητεύσεις, κάθε ανθρώπινο συναίσθημα- δίχως να ενδιαφέρεται αν με τις επιθυμίες του συμβαδίζουν οι νόρμες τής κοινωνίας ή αν με τα πάθη του προσβάλλονται τα ήθη των πολλών...

Η γιαγιά μου- κόρη πρόσφυγα από τη Σμύρνη κι ορφανή από μητέρα από μικρή ηλικία-, η οποία έφυγε χθες από τη ζωή δεν είχε το περιθώριο να σταθεί και να φιλοσοφήσει από πού ερχόμαστε, πώς βαδίζουμε και πού πάμε. Έχοντας ζήσει την κατοχή, μεγαλώνοντας παιδιά σε δεκαετίες που τα προβλήματα των Ελλήνων ήταν πολύ σοβαρότερα από το αν θα αυξηθεί ένα ευρώ ο καφές και η μπύρα στα κέντρα διασκέδασης κι εγγόνια τα οποία αγάπησε πολύ, η ευθύνη δεν της ζήτησε  να αλλάξει τον κόσμο αλλά να υπερασπίζεται την οικογένειά της. Κι όσο ταπεινό κι αν διαβάζεται αυτό τόσο σπουδαίο είναι όταν το κατορθώνεις. Γιατί εκείνη τουλάχιστον τα λίγα πρόσωπα μέσα στα δισεκατομμύρια των ανθρώπινων ψυχών που της δόθηκαν ως πανάρχαιο χρέος κατάφερε να τα μεγαλώσει και να τα φροντίζει σχεδόν μέχρι τέλους πολύ καλύτερα από αυτούς που υπόσχονται τον ουρανό αλλά μας προσγειώνουν ανώμαλα στη γη. Η γιαγιά μου μπορεί να μην διέθετε το ένστικτο του μεγαλείου εκείνων για τους οποίους διαβάζουμε στα βιβλία τής Ιστορίας, αλλά είχε αναπτυγμένο το αίσθημα της ευθύνης και του καθήκοντος απέναντι στις αρμοδιότητες που της κληροδοτήθηκαν και τις οποίες έμαθε και η ίδια να θεωρεί ως δεδομένες όταν μετατρεπόταν πρόωρα από κορίτσι σε γυναίκα με υποχρεώσεις προς τα μικρότερα αδέρφια και τον πατέρα της...

Η δύναμη ενός ανθρώπου δεν ορίζεται από το πόσα κιλά μπορεί να σηκώσει ούτε από τα αξιώματα που μπορεί να έχει καταλάβει. Αυτά τα μέτρα και σταθμά είναι θεσμοθετημένα κυρίως για να ικανοποιούν ματαιοδοξίες. Η δύναμή του καθορίζεται από τον τρόπο που αντιδρά στα χαστούκια που απλόχερα του δίνει η ζωή. Άλλοι, ίσως οι περισσότεροι, λυγίζουν νωρίτερα ή αργότερα κι αφήνονται στο κύμα να τους παρασέρνει κι όπου τους πάει. Η γιαγιά μου πολέμησε, ωστόσο, πολύ για να νικήσει τα ραπίσματα του καιρού της και τις συμφορές που χτύπησαν και τη δική της οικογένεια. Και ίσως προς το τέλος να κουράστηκε κι εκείνη, να μην είχε πια την θέληση να συνεχίσει τη μάχη, να πεθύμησε να ξεκουραστεί με τη σειρά της και να συναντήσει ξανά εκείνους που έφυγαν πριν από αυτή. νιώθοντας πως έχει κάνει πολύ περισσότερα από όσα της αναλογούσαν και για εκείνους που αφήνει πίσω της...

Τις ανθρώπινες γενιές δένει, άλλωστε, μια αλύγιστη κλωστή που δεν σπάει όσο και να την τροχίζει ο χρόνος. Η μητέρα τής γιαγιάς μου έχει εγκαταλείψει τούτη τη γη εδώ κι επτά δεκαετίες κι όμως εκείνη επικαλούταν στο παραμιλητό της τώρα στα στερνά της. Λένε οι αφελείς πως οι άνθρωποι πεθαίνουν, ακόμα κι ένας όμως να κλάψει πάνω από τον τάφο σου γίνεσαι αυτομάτως αθάνατος. Την αθανασία την κερδίζεις με όσα έχεις δώσει όταν η καρδιά σου έχει ακόμα χτύπο και η πνοή σου εκτόπισμα. Γι' αυτό και πάνω από τον τάφο τής γιαγιάς μου θα κλάψουν πολύ περισσότεροι από ένας, γι' αυτό και το ευχαριστώ το δικό μου κι όσων την αγαπούν είναι πολύ μικρό- μόνο εννέα γράμματα- για να γλυκάνει την θλίψη, αλλά και για να προσφέρει την αναγνώριση που της αξίζει...    

   






  

Δεν υπάρχουν σχόλια: