Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Οι νεκροί δεν ανασταίνονται ούτε όμως και οι ζωντανοί πεθαίνουν...

Λοξοκοιτάζουν προς την ανάμνηση οι συντεταγμένες τής θνητότητας.

Προς το πρώτο δειλό φύσημα του καλοκαιριού, που υποδέχεται τον χειμώνα στην καρδιά με αγκομαχητά.

Το γέλιο που παρέδωσε παλεύοντας μέχρις εσχάτων τα σκήπτρα στην θλίψη, για να θρηνήσει την απώλεια μαζί με την άνοιξη, που αφήνει την τελευταία της πνοή σαν να μην πίστεψε ποτέ ότι οι εποχές κάποτε τελειώνουν.

Τα χρόνια κυλούν σαν αδίστακτη υπενθύμιση ματαιότητας για ζωές που ξεγελούν τον πόνο μ' ένα χαμόγελο κι ένα χτύπημα στην πλάτη.

Κι εσύ στέκεσαι ολόρθη, όμορφη όπως σε προίκισε η ζωή, όνειρο που υψώνει λάβαρο νίκης στον εφιάλτη που καραδοκεί όταν τα βλέφαρα ανοίγουν στο πρώτο φως τής ημέρας που σκύβει το κεφάλι από ντροπή.

Στον άνεμο που λυσσομανά είσαι η υπόσχεση της νηνεμίας, στα κύματα που μαστιγώνουν τα βράχια ο όρκος τής γαλήνης και στα θεριά που σκιάζουν τους αμνούς η φωνή που ημερεύει το σφαγείο.

Η ευτυχία μια ικεσία που δεν έγινε ποτέ και η αθανασία μια δέσμευση που κερδήθηκε χαροπαλεύοντας.

Έξι τα χρόνια που πασχίζει η λήθη να κερδίσει τη μνήμη, μα κι άλλα εξήντα να περάσουν ο νικητής θα 'ναι ακόμα χαραγμένος με δάκρυ ανεξίτηλο στο βλέμμα τής ψυχής.

Κι αν ακόμα τα δάχτυλα ανήμπορα μοιάζουν να ψηλαφίσουν τη χαρά, έρχεται η θύμηση για να γεμίσει το κενό.

Αυθόρμητη, όπως η σκέψη και μόνο της παρουσίας σου.

Απερίσπαστη απ' την ανημπόρια των πεπερασμένων ν' ακουμπήσουν σάρκα και να γευτούν χάδια και φιλιά.

Άσπιλη απ' τη βρομιά των πεντακάθαρων συνειδήσεων.

Ήλιος δίχως ενστάσεις η αγάπη που δεν λιγοστεύει απ' την απόσταση.

Σε παίρνει απ' το χέρι για να σου δείξει τη διαδρομή μέχρι το σύνορο που τη χωρίζει απ' την άβυσσο.

Κι εκείνη την ώρα, που μπρος σου ξεδιπλώνεται το χάος, είναι πάλι εκεί για να σου κρατήσει το χέρι, να σε 'μποδίσει να πετάξεις την προσμονή τού επανιδείν.

Κι αν ό,τι χάθηκε απ' τη μάτια σου το θωρείς χαμένο, μόνο τότε έχει χαθεί για πάντα.

Αν, όμως, το 'χεις βαθιά φυλαγμένο στο χθες, στο τώρα, στο αύριο, στο μέλλον, στην αιωνιότητα, τότε είναι αδύνατο να χαθεί.

Σαν μια κραυγή που δεν είχε ανάγκη από νότες, σαν μια παράκληση που δεν έπρεπε ν' ακουστεί και δεν ακούστηκε ποτέ.

Γιατί κανένας, μα κανένας μας δεν της παραδόθηκε. Γιατί κανένας, μα κανένας μας δεν την είχε ανάγκη.

Οι νεκροί δεν ανασταίνονται ούτε όμως και οι ζωντανοί πεθαίνουν...

Μάνα, μητέρα, μαμά, όπως κι αν σε φωνάξω θ' αποκριθείς στο κάλεσμα, γιγαντωμένη στο άπειρο από τη λιακάδα των λίγων χρόνων που μοιραστήκαμε, από τα φωτεινά σκοτάδια των αιώνων που 'μαστε προορισμένοι να μοιραστούμε...





 





Δεν υπάρχουν σχόλια: