Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Αρνιόμαστε να Σε ξεχάσουμε…

Απ’ τα χρώματα της άνοιξης παίρνει κουράγιο το καλοκαίρι για να φανεί μέσα απ΄ τη σχισμή τού σύννεφου,
χτυπώντας ντροπαλά την θύρα για να πάρει τη σειρά του στην αδιάκοπη αλληλουχία των στιγμών.

Ο χρόνος δεν σταθμεύει, δεν έχει καιρό για χάσιμο, σαν το ποτάμι δεν θρηνεί τα νερά που έχασε παρά καλωσορίζει τα επόμενα.

Ο χρόνος δεν χαίρεται ούτε λυπάται, δεν έχει ανάγκη τα αισθήματα των θνητών για να νιώθει ζωντανός.

Είναι εδώ θες δεν θες, κάποτε καλοδεχούμενος επισκέπτης κι άλλοτε απρόσκλητος ληστής.

Ο χρόνος, όμως, δεν είναι ανίκητος, δεν σκορπίζει στο βαρύ ή γοργό του βήμα ό,τι κι αν συναντήσει.

Ναι, συντρίβει τις τετριμμένες καρδιές, συνθλίβει τις κοινότοπες αναμνήσεις, διαλύει τις αδύναμες ψυχές κι αυτό του δίνει την απληστία που χρειάζεται κάθε ασήμαντος για να αισθάνεται δυνατός.

Ο χρόνος, όμως, παγώνει μπροστά στην θέα και μόνο των ανθρώπων που φέρνουν αντίσταση στην αμνησία, που περιφρονούν την αδικία, που δεν καταδέχονται να προχωρούν λησμονώντας ούτε να γονατίζουν εκλιπαρώντας για το έλεος λιπόψυχων θεών.

Τι κι αν πέρασαν εφτά χρόνια, τι κι αν περάσουν οχτώ ή δεκαοχτώ.

Δεν χάνεις το στασίδι Σου στα όνειρά μας, κυκλοφορείς σ’ αυτά σαν στο σπίτι Σου, γιατί είναι το μόνο σπίτι που μας απόμεινε να μοιραζόμαστε.

Μιλάς, γελάς και δακρύζεις σαν να Σου ‘χουν κλέψει μόνο το κορμί μα όχι και τη ζεστασιά του.

Κι όσοι έχουμε μείνει πίσω να προσδοκούμε τα μεγαλύτερα των θαυμάτων, τα ανθρώπινα, υπόσχεση Σου δώσαμε, υπόσχεση Σου δίνουμε και θα Σου δίνουμε στην αιωνιότητα ότι Εσύ γιάνεις ό,τι έχει ξεφύγει απ’ τη φθορά, Εσύ μας κρατάς όρθιους στον ανεμοστρόβιλο, μας συντροφεύεις στις ακοίμητες ώρες τής μοναξιάς, μας κρατάς απ’ το χέρι κι ασπιδώνεσαι για να κρατάς μακριά μας τα θεριά.

Κι αν κάπου κάπου τρυπώνει η θλίψη κι εκβιάζει να τη φιλοξενήσουμε, το ξέρεις καλύτερα απ’ όλους μας ότι οι βράχοι που έστησες για να δαμάζουν τα κύματα, οι βράχοι που μεγάλωσες για να σκεπάζουν τις τσουκνίδες, οι βράχοι που αγάπησες για να συγχωρούν τα ερπετά γελούν με την αποκοτιά των ανέμων, που κομπάζουν πως θα λυγίσουν ό,τι εσύ έφτιαξες αλύγιστο.


Αρνιόμαστε να Σε ξεχάσουμε, όπως η ευτυχία αρνιέται να εγκαταλείψει το δευτερόλεπτο που την τύλιξε και την έκανε να πιστέψει ότι το κουβάρι δεν λύνεται όταν δεν θέλει να λυθεί...

Δεν υπάρχουν σχόλια: