Στο καπιταλιστικό σύστημα ισχύει, ανάμεσα σε άλλα, κι ο νόμος τής προσφοράς και της ζήτησης. Για να το θέσω απλούστερα και πιο επίκαιρα, αν για μια τρύπα 15 τ.μ. σε ένα κυκλαδίτικο νησί ζητήσω 200 ευρώ τη βραδιά και βρεθούν άνθρωποι που θα μου τα δίνουν όλη τη σεζόν θα το σκεφτώ πολύ σοβαρά την επόμενη χρονιά να απαιτήσω 300 ευρώ και με προπληρωμή από το χειμώνα. Συντηρώ μια φούσκα με αυτό τον τρόπο; Ναι, την συντηρώ αλλά και μαζί με όλους τους φασαίους που επιλέγουν να ξηλώνονται για να ανεβάζουν ινσταγκραμικές ιστορίες από το να πάνε διακοπές σε ένα μέρος λιγότερο μοδάτο αλλά πιθανόν πολύ πιο όμορφο από την κυκλαδίτική ξεραΐλα...
Η απληστία γεννά και τον υπερτουρισμό, μία ακόμα μορφή καταναλωτισμού όπου δεν δαπανάμε χρήματα και χρόνο για ξεκούραση ή για να γεμίσουμε εμπειρίες αλλά για να λέμε στους γνωστούς μας και να επιδεικνύουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στιγμές που απλώς αγοράζουμε αλλά δεν μας ενδιαφέρει και να απορροφήσουμε. Είμαστε τουρίστες κι όχι ταξιδιώτες, προσφερόμαστε δηλαδή από μόνοι μας για εκμετάλλευση από όλους εκείνους που μας κοιτάνε μόνο στις τσέπες. Και κάπως έτσι το να κάνουμε διακοπές στη χώρα μας έγινε ακριβότερο από το να πάμε στο εξωτερικό. Μια για πάντα...
Ο τουρισμός, όπως κι αν έχει, αποτελεί μικρογραφία τής κοινωνίας που έχουμε φτιάξει και η οποία απευθύνεται σε καταναλωτές κι όχι σε πολίτες. Κι αν η Μύκονος παρουσιάζει φέτος μια αναπόφευκτη κάμψη, η μυκονοποίηση βρίσκεται εδώ και μας συντροφεύει σε κάθε μας δραστηριότητα.
Κανείς δεν μας υποχρεώνει, για παράδειγμα, να πληρώνουμε 50 ευρώ τη μακαρονάδα ή να ανεχόμαστε να δίνουμε δύο ευρώ το λίτρο για βενζίνη. Με την απάθεια που επιδεικνύουμε οι κερδοσκόποι θα μας ζητήσουν 60 ευρώ τη μακαρονάδα και τρία ευρώ το λίτρο κι εμείς θα αναρωτιόμαστε γιατί δεν κάνει κάτι η πολιτεία. Λες και η πολιτεία δεν είμαστε κι εμείς...