Από τη στιγμή που σε αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει μία και μοναδική αλήθεια- τουλάχιστον μία στην οποία να συμφωνούμε όλοι- είναι λογικό να μην υπάρχει κι απολύτως αντικειμενική δημοσιογραφία. Έτσι κι αλλιώς ακόμα κι αν υπήρχε κανείς δεν θα την ήθελε σε μια χώρα όπου απόλυτη αλήθεια είναι μόνο αυτή που ταυτίζεται ή επιβεβαιώνει τις ήδη διαμορφωμένες αντιλήψεις μας. Γι' αυτό κι αδυνατούμε να πιστέψουμε οτιδήποτε άλλο, ακόμα κι όταν βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας...
Μια φορά κι έναν καιρό ένας γκρουμ κάποιου ξενοδοχείου μπαίνει στο δωμάτιο του Τζορτζ Μπεστ, ενός από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές τής εποχής του, τα προσωπικά πάθη τού οποίου του στοίχισαν μια πολύ πιο ένδοξη καριέρα. Στο κρεβάτι βλέπει τον Τζόρτζι με μια Μις Κόσμος, μερικά άδεια μπουκάλια σαμπάνιας και πολλά χρήματα σκορπισμένα δεξιά κι αριστερά. Η απορία του έχει μείνει στην ιστορία για την αφέλειά της και την αδυναμία του να βάλει σε μια σειρά αυτά που έβλεπε μπροστά του: "Τι πήγε στραβά";...
Όσοι κατηγορούν τους δημοσιογράφους ως αλήτες και ρουφιάνους μάλλον στη δική τους εργασία κάνουν ό,τι γουστάρουν δίχως να δίνουν σημασία στις εντολές των αφεντικών τους. Τους ενημερώνω πως κάθε μέσο έχει την κομματική- πολιτική του γραμμή κι αν οι δημοσιογράφοι περίμεναν στο ταμείο ανεργίας μέχρι να βρουν αυτό στο οποίο θα γράφουν ό,τι θέλουν μάλλον δεν θα το έβρισκαν ποτέ.
Αυτό, βεβαίως, δεν δικαιολογεί ψέματα αλλά υπάρχουν και οι μισές αλήθειες που κάνουν τη δουλειά και, όπως κι αν έχει, ο καθένας μας αναμετριέται σε καθημερινή βάση με τη συνείδησή του. Για να υπάρχει, όμως, όσο πιο γίνεται αντικειμενική δημοσιογραφία θα πρέπει να υπάρχουν κι αναγνώστες- τηλεθεατές- ακροατές που να την επιζητούν αντί για λιβανιστήρια σε όσους συμπαθούν και το ανάθεμα σε όσους αντιπαθούν. Όποιος λύσει αυτή την εξίσωση δικαιούται την ίδια στιγμή και το Νόμπελ...